municipal
Pronunciation
/mynisipal/

Ορισμός και σημασία του "municipal"στα γαλλικά

01

δημοτικός, δημοτικος

qui se rapporte à une ville ou à sa gestion
municipal definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
municipal
αρσενικό πληθυντικό
municipaux
θηλυκό ενικό
municipale
θηλυκό πληθυντικό
municipales
Παραδείγματα
Les impôts municipaux financent les infrastructures locales.
Οι δημοτικοί φόροι χρηματοδοτούν τις τοπικές υποδομές.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store