Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le mouvement
[gender: masculine]
01
κίνηση, μετατόπιση
déplacement ou changement de position d'un corps
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
mouvements
Παραδείγματα
Ce mécanisme permet un mouvement circulaire.
Αυτός ο μηχανισμός επιτρέπει μια κυκλική κίνηση.
02
κίνημα, οργάνωση
groupe organisé poursuivant un but commun
Παραδείγματα
Ils ont lancé un mouvement pour la paix.
Ξεκίνησαν ένα κίνημα για την ειρήνη.



























