moyen
Pronunciation
/mwajɛ̃/

Ορισμός και σημασία του "moyen"στα γαλλικά

01

μέσος, μεσαίου μεγέθους

ni petit ni grand, ni faible ni excellent
moyen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus moyen
συγκριτικός βαθμός
plus moyen
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
moyen
αρσενικό πληθυντικό
moyens
θηλυκό ενικό
moyenne
θηλυκό πληθυντικό
moyennes
Παραδείγματα
Le film est moyen, il ne vaut pas vraiment le détour.
Η ταινία είναι μέτρια, δεν αξίζει πραγματικά να τη δείτε.
Le moyen
[gender: masculine]
01

μέσο, τρόπος

outil, méthode ou procédé utilisé pour réaliser quelque chose
le moyen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
moyens
Παραδείγματα
L' éducation est un moyen de progresser dans la vie.
Η εκπαίδευση είναι ένα μέσο για πρόοδο στη ζωή.
02

μέσο, εργαλείο

instrument ou système utilisé pour se déplacer, communiquer ou s'exprimer
Παραδείγματα
Le vélo est un moyen écologique pour se déplacer.
Το ποδήλατο είναι ένα οικολογικό μέσο μετακίνησης.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store