Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
moyen
01
μέσος, μεσαίου μεγέθους
ni petit ni grand, ni faible ni excellent
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus moyen
συγκριτικός βαθμός
plus moyen
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
moyen
αρσενικό πληθυντικό
moyens
θηλυκό ενικό
moyenne
θηλυκό πληθυντικό
moyennes
Παραδείγματα
Il mesure un mètre soixante-dix, c'est un homme de taille moyenne.
Έχει ύψος ένα μέτρο εβδομήντα, είναι άνδρας μεσαίου ύψους.
Le moyen
01
μέσο, τρόπος
outil, méthode ou procédé utilisé pour réaliser quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
moyens
Παραδείγματα
Il a utilisé tous les moyens possibles pour réussir.
Χρησιμοποίησε όλα τα πιθανά μέσα για να πετύχει.
02
μέσο, εργαλείο
instrument ou système utilisé pour se déplacer, communiquer ou s'exprimer
Παραδείγματα
Le train est un moyen de transport rapide.
Το τρένο είναι ένα γρήγορο μέσο μεταφοράς.



























