Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le mouvement
01
κίνηση, μετατόπιση
déplacement ou changement de position d'un corps
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
mouvements
Παραδείγματα
Le mouvement des vagues est apaisant.
Η κίνηση των κυμάτων είναι καταπραϋντική.
02
κίνημα, οργάνωση
groupe organisé poursuivant un but commun
Παραδείγματα
Le mouvement écologiste gagne en importance.
Το κίνημα περιβαλλοντολόγων κερδίζει σε σημασία.



























