Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le morne
[gender: masculine]
01
απομονωμένος μικρός λόφος, μοναχικός λόφος
petite colline isolée, particulièrement dans les régions tropicales
Παραδείγματα
Ce morne volcanique est sacré pour la population locale.
Αυτός ο ηφαιστειακός λόφος είναι ιερός για τον τοπικό πληθυσμό.
morne
01
ζοφερός, μελαγχολικός
qui exprime ou inspire une tristesse profonde
Παραδείγματα
La musique morne accentuait la mélancolie de la scène.
Η μελαγχολική μουσική ενίσχυε τη μελαγχολία της σκηνής.



























