Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le morne
01
απομονωμένος μικρός λόφος, μοναχικός λόφος
petite colline isolée, particulièrement dans les régions tropicales
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
mornes
Παραδείγματα
Ce morne volcanique est sacré pour la population locale.
Αυτός ο ηφαιστειακός λόφος είναι ιερός για τον τοπικό πληθυσμό.
morne
01
ζοφερός, μελαγχολικός
qui exprime ou inspire une tristesse profonde
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus morne
συγκριτικός βαθμός
plus morne
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
morne
αρσενικό πληθυντικό
mornes
θηλυκό ενικό
morne
θηλυκό πληθυντικό
mornes
Παραδείγματα
La musique morne accentuait la mélancolie de la scène.
Η μελαγχολική μουσική ενίσχυε τη μελαγχολία της σκηνής.



























