Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
mesurer
01
μετρώ
déterminer la taille, la longueur, la hauteur ou une dimension de quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
mesure
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
mesurons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
mesurerai
ενεστώτα μετοχή
mesurant
παθητική μετοχή
mesuré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
mesurions
Παραδείγματα
Ils ont mesuré la distance entre les deux villes.
Μέτρησαν την απόσταση μεταξύ των δύο πόλεων.
02
μετράω, είμαι ψηλός
avoir une certaine taille en hauteur
Παραδείγματα
L' enfant mesure un mètre vingt.
Το παιδί μετρά ένα μέτρο είκοσι.



























