Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
mesuré
01
τακτικός, κανονικός
qui suit un ordre, une règle ou un rythme régulier
Παραδείγματα
Elle respire d' un souffle mesuré pour se calmer.
Αναπνέει με μετρημένη ανάσα για να ηρεμήσει.
02
μετρημένος, συνεσταλμένος
qui agit ou parle avec modération et retenue
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus mesuré
συγκριτικός βαθμός
plus mesuré
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
mesuré
αρσενικό πληθυντικό
mesurés
θηλυκό ενικό
mesurée
θηλυκό πληθυντικό
mesurées
Παραδείγματα
Il a réagi de manière mesurée à la provocation.
Αντιδρά μετρημένα στην πρόκληση.
03
μετρημένος, υπολογισμένος
qui a été déterminé ou évalué par une mesure
Παραδείγματα
Les résultats mesurés confirment l' hypothèse.
Τα μετρημένα αποτελέσματα επιβεβαιώνουν την υπόθεση.



























