Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
mensuel
01
μηνιαίος
qui a lieu ou qui revient chaque mois
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
mensuel
αρσενικό πληθυντικό
mensuels
θηλυκό ενικό
mensuelle
θηλυκό πληθυντικό
mensuelles
Παραδείγματα
Le paiement mensuel est fixé à 200 euros.
Η μηνιαία πληρωμή καθορίζεται στα 200 ευρώ.
Le mensuel
[gender: masculine]
01
μηνιαίο περιοδικό, μηνιαία έκδοση
publication ou magazine qui paraît une fois par mois
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
mensuels
Παραδείγματα
Ils travaillent pour un mensuel culturel indépendant.
Δουλεύουν για ένα ανεξάρτητο πολιτιστικό μηνιαίο περιοδικό.



























