mensuel
mens
mɑ̃s
μασ
uel
ɥɛl
ουελ

Ορισμός και σημασία του "mensuel"στα γαλλικά

01

μηνιαίος

qui a lieu ou qui revient chaque mois 
mensuel definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
mensuel
αρσενικό πληθυντικό
mensuels
θηλυκό ενικό
mensuelle
θηλυκό πληθυντικό
mensuelles
θεματικό πεδίο
temps, fréquence, administration
Παραδείγματα
Le rapport mensuel est envoyé à la fin de chaque mois. 

Η μηνιαία αναφορά αποστέλλεται στο τέλος κάθε μήνα.

01

μηνιαίο περιοδικό, μηνιαία έκδοση

publication ou magazine qui paraît une fois par mois 
le mensuel definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
mensuels
Παραδείγματα
Ce mensuel traite de sujets économiques. 

Αυτό το μηνιαίο περιοδικό ασχολείται με οικονομικά θέματα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store