Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
marchander
01
παζαρεύω, συζητώ την τιμή
discuter avec insistance le prix dans le but de le diminuer
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
marchande
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
marchandons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
marchanderai
ενεστώτα μετοχή
marchandant
παθητική μετοχή
marchandé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
marchandions
Παραδείγματα
Nous avons réussi à marchander une réduction intéressante.
Καταφέραμε να παζαρέψουμε μια ενδιαφέρουσα έκπτωση.



























