Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le marasme
01
κατάθλιψη, αποθάρρυνση
état de découragement, de démotivation ou de dépression morale
Παραδείγματα
Il traverse un marasme après la perte de son emploi.
Διασχίζει μια κατάθλιψη μετά την απώλεια της δουλειάς του.
02
στασιμότητα, ύφεση
état de dépression, de chute ou de stagnation, surtout économique ou sociale
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Le marasme économique a touché toute la région.
Η στασιμότητα επηρέασε ολόκληρη την περιοχή.
03
μαρασμός, ακραία εξασθένιση
affaiblissement extrême du corps, surtout chez les enfants, souvent dû à la malnutrition
Παραδείγματα
Le nourrisson souffre de marasme à cause de la malnutrition.
Το βρέφος υποφέρει από μαρασμό λόγω υποσιτισμού.



























