la maman
Pronunciation
/mamɑ̃/

Ορισμός και σημασία του "maman"στα γαλλικά

La maman
[gender: feminine]
01

μαμά, μητέρα

la mère d'un enfant, un terme affectueux
la maman definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
mamans
Παραδείγματα
La fillette est allée au parc avec sa maman.
Η μαμά του Παύλου μαγειρεύει πολύ καλά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store