la maman
ma
ma
ma
man
man
moment

Ορισμός και σημασία του "maman"στα γαλλικά

01

μαμά, μητέρα

la mère d'un enfant , un terme affectueux 
la maman definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
mamans
αρσενικό ενικό
papa
θηλυκό ενικό
maman
neutral form
parent
Παραδείγματα
Je vais au marché avec ma maman. 

Πάω στην αγορά με τη μαμά μου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store