Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
malléable
01
ευέλικτος, ευμετάβλητος
qui peut facilement être influencé, modifié ou dirigé
Παραδείγματα
Les enfants malléables apprennent vite de nouvelles règles.
Τα εύπλαστα παιδιά μαθαίνουν γρήγορα νέους κανόνες.
02
εύκαμπτος, πλαστικός
qui peut être étiré, aplati ou modelé sans se casser
Παραδείγματα
Un matériau malléable peut être utilisé pour créer des sculptures.
Ένα εύκαμπτο υλικό μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη δημιουργία γλυπτών.



























