Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le mal
01
πόνος, ταλαιπωρία
sensation désagréable dans le corps ou l'esprit
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
J'ai un mal de tête terrible.
Έχω έναν τρομερό πονοκέφαλο.
02
κακό, κακία
ce qui est moralement mauvais, nuisible ou néfaste
Παραδείγματα
Le mal existe dans le monde.
Το κακό υπάρχει στον κόσμο.
03
ζημιά, βλάβη
préjudice , dommage ou blessure causé à quelqu'un ou quelque chose
Παραδείγματα
Le mal causé par l'accident est important.
Η ζημία που προκλήθηκε από το ατύχημα είναι σημαντική.
04
ασθένεια, πάθηση
affection physique ou maladie
Παραδείγματα
Il souffre d'un mal depuis plusieurs jours.
Υποφέρει από ασθένεια εδώ και αρκετές ημέρες.
05
δυσκολία, δοκιμασία
difficulté, épreuve ou situation pénible
Παραδείγματα
Il a traversé beaucoup de mal dans sa vie.
Έχει περάσει πολύ δυστυχία στη ζωή του.
mal
01
κακά, λανθασμένα
indique que quelque chose est fait de manière incorrecte ou mauvaise
γραμματικές πληροφορίες
μη συγκρίσιμο
Παραδείγματα
Il joue mal au football.
Παίζει ποδόσφαιρο άσχημα.
mal
01
κακός, λάθος
qui n'est pas bon, mauvais ou incorrect
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus mal
συγκριτικός βαθμός
plus mal
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
mal
αρσενικό πληθυντικό
mal
θηλυκό ενικό
mal
θηλυκό πληθυντικό
mal
Παραδείγματα
C'est un choix mal.
Είναι μια κακή επιλογή.



























