cher
le
le
cher
ʃe
she
lâcher

Ορισμός και σημασία του "lécher"στα γαλλικά

lécher
01

γλείφω, αγγίζω με τη γλώσσα

toucher quelque chose avec la langue 
lécher definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
lèche
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
léchons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
lécherai
παθητική μετοχή
léché
α΄ πληθυντικό παρατατικού
léchions
Παραδείγματα
Le chien a léché ma main. 

Ο σκύλος έγλειψε το χέρι μου.

02

γυαλίζω, τελειοποιώ

travailler quelque chose avec beaucoup de soin pour qu'il soit parfait 
Παραδείγματα
Il a léché son texte avant de l'envoyer. 

Έγλειψε το κείμενό του πριν το στείλει.

03

γλείφω, αγγίζω απαλά

venir frôler doucement le rivage 
Παραδείγματα
Les vagues lèchent doucement la plage. 

Τα κύματα γλείφουν απαλά την παραλία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store