Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
lutter
01
αγωνίζομαι, παλεύω
faire des efforts pour résister ou surmonter une difficulté
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
lutte
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
luttons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
lutterai
ενεστώτα μετοχή
luttant
παθητική μετοχή
lutté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
luttions
Παραδείγματα
Je lutte pour rester éveillé pendant la réunion.
Παλεύω να μείνω ξύπνιος κατά τη διάρκεια της συνάντησης.



























