lutter
Pronunciation
/lyte/

Ορισμός και σημασία του "lutter"στα γαλλικά

lutter
01

αγωνίζομαι, παλεύω

faire des efforts pour résister ou surmonter une difficulté
lutter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
lutte
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
luttons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
lutterai
ενεστώτα μετοχή
luttant
παθητική μετοχή
lutté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
luttions
Παραδείγματα
Je lutte pour rester éveillé pendant la réunion.
Παλεύω να μείνω ξύπνιος κατά τη διάρκεια της συνάντησης.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store