lutter
lu
lu
tter
te
te
lutteur

Ορισμός και σημασία του "lutter"στα γαλλικά

lutter
01

αγωνίζομαι, παλεύω

faire des efforts pour résister ou surmonter une difficulté 
lutter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
lutte
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
luttons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
lutterai
ενεστώτα μετοχή
luttant
παθητική μετοχή
lutté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
luttions
Παραδείγματα
Elle lutte contre la maladie depuis des années. 

Αυτή πολεμά την ασθένεια εδώ και χρόνια.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store