Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La lueur
01
λάμψη, φως
faible lumière qui brille doucement dans l'obscurité
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
lueurs
Παραδείγματα
Une lueur faible apparaissait à l'horizon.
Μια λάμψη αμυδρή εμφανίστηκε στον ορίζοντα.
02
απαλό φως, τρεμουλιαστό φως
lumière douce, vacillante et souvent mystérieuse ou rêveuse
Παραδείγματα
La lueur de la lune enveloppait la forêt d'une magie bleutée.
Η λάμψη του φεγγαριού τυλίγει το δάσος με μια γαλάζια μαγεία.
03
αχτίδα, ασθενής ελπίδα
faible espoir ou signe de quelque chose
Παραδείγματα
Il restait une lueur d'espoir dans cette situation difficile.
Μια αχτίδα ελπίδας παρέμενε σε αυτή τη δύσκολη κατάσταση.



























