Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
louer
01
νοικιάζω, ενοικιάζω
prendre un logement, une voiture, ou un objet en échange d'un paiement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
loue
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
louons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
louerai
ενεστώτα μετοχή
louant
παθητική μετοχή
loué
α΄ πληθυντικό παρατατικού
louions
Παραδείγματα
Ils veulent louer un appartement en centre-ville.
Θέλουν να νοικιάσουν ένα διαμέρισμα στο κέντρο της πόλης.
02
ενοικιάζω, μισθώνω
donner un logement ou un local à quelqu'un contre paiement
Παραδείγματα
Le propriétaire loue son appartement à une famille.
Ο ιδιοκτήτης νικιάζει το διαμέρισμά του σε μια οικογένεια.
03
επαινώ, εκθειάζω
dire du bien de quelqu'un ou de quelque chose, exprimer de l'admiration
Παραδείγματα
On loue souvent son courage et sa gentillesse.
Συχνά εκθειάζεται το θάρρος και η καλοσύνη του.
04
επαινώ τον εαυτό μου, υπερηφανεύομαι για τον εαυτό μου
être satisfait de soi-même, se féliciter
Παραδείγματα
Il se loue souvent pour son travail.
Συχνά εκθειάζει τον εαυτό του για τη δουλειά του.



























