Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La loge
01
καμαρίνι, αποδυτήριο
pièce où les acteurs se changent et se préparent avant et après la représentation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
loges
Παραδείγματα
Les acteurs se préparent dans la loge avant la pièce.
Οι ηθοποιοί προετοιμάζονται στην καμαρίνι πριν από την παράσταση.
02
φυλάκιο, καλύβα φύλαξης
petite cabine ou pièce pour une personne qui surveille, reçoit ou contrôle l'accès
Παραδείγματα
Le gardien travaille dans la loge à l'entrée du bâtiment.
Ο φύλακας εργάζεται στο θαλάμι στην είσοδο του κτιρίου.
03
θέση, μπαλκόνι
petit espace réservé pour les spectateurs dans un théâtre ou un opéra
Παραδείγματα
Ils ont acheté des places dans la loge du premier étage.
Αγόρασαν θέσεις στην λοτζία του πρώτου ορόφου.



























