Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le logiciel
[gender: masculine]
01
λογισμικό, πρόγραμμα
ensemble de programmes et procédures permettant à un ordinateur d'exécuter des tâches spécifiques
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
logiciels
Παραδείγματα
As - tu le logiciel nécessaire pour ouvrir ce fichier ?
Έχετε το απαραίτητο λογισμικό για να ανοίξετε αυτό το αρχείο;



























