Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le logiciel
01
λογισμικό, πρόγραμμα
ensemble de programmes et procédures permettant à un ordinateur d'exécuter des tâches spécifiques
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
logiciels
Παραδείγματα
J'ai installé un nouveau logiciel de traitement de texte.
Εγκατέστησα ένα νέο λογισμικό επεξεργασίας κειμένου.



























