limer
li
li
li
mer
me
me
limier

Ορισμός και σημασία του "limer"στα γαλλικά

01

λιμάρω, τρίβω με λίμα

façonner ou polir une surface dure avec une lime 
limer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
lime
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
limons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
limerai
παθητική μετοχή
limé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
limions
Παραδείγματα
Il lime les aspérités de la pièce métallique. 

Λιμάρει τις τραχύτητες του μεταλλικού εξαρτήματος.

02

λιμάρω, λιμάρω τα νύχια

polir ou raccourcir ses ongles 
limer definition and meaning
Παραδείγματα
Elle se lime les ongles en forme carrée. 

Αυτή λιμάρει τα νύχια της σε τετράγωνο σχήμα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store