Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
limer
01
λιμάρω, τρίβω με λίμα
façonner ou polir une surface dure avec une lime
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
lime
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
limons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
limerai
παθητική μετοχή
limé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
limions
Παραδείγματα
Il lime les aspérités de la pièce métallique.
Λιμάρει τις τραχύτητες του μεταλλικού εξαρτήματος.
02
λιμάρω, λιμάρω τα νύχια
polir ou raccourcir ses ongles
Παραδείγματα
Elle se lime les ongles en forme carrée.
Αυτή λιμάρει τα νύχια της σε τετράγωνο σχήμα.



























