la limace
li
li
li
mace
mɑs
maas
limage

Ορισμός και σημασία του "limace"στα γαλλικά

01

γυμνοσάλιαγκας, σαλιγκάρι

mollusque terrestre sans coquille, à corps mou et glissant, souvent considéré comme nuisible aux plantes 
la limace definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
limaces
Παραδείγματα
La limace grimpe sur les feuilles du jardin. 

Ο γυμνοσάλιαγκος σκαρφαλώνει στα φύλλα του κήπου.

02

σαλιγκάρι, χελώνα

personne lente ou paresseuse dans ses actions 
Παραδείγματα
Il est toujours en retard, quel limace ! 

Είναι πάντα αργοπορημένος, τι σαλιγκάρι!

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store