Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La limace
01
γυμνοσάλιαγκας, σαλιγκάρι
mollusque terrestre sans coquille, à corps mou et glissant, souvent considéré comme nuisible aux plantes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
limaces
Παραδείγματα
La limace grimpe sur les feuilles du jardin.
Ο γυμνοσάλιαγκος σκαρφαλώνει στα φύλλα του κήπου.
02
σαλιγκάρι, χελώνα
personne lente ou paresseuse dans ses actions
Παραδείγματα
Il est toujours en retard, quel limace !
Είναι πάντα αργοπορημένος, τι σαλιγκάρι!



























