limiter
Pronunciation
/limite/

Ορισμός και σημασία του "limiter"στα γαλλικά

limiter
01

περιορίζω, περιορίζω

réduire ou fixer une limite à quelque chose
limiter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
limite
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
limitons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
limiterai
ενεστώτα μετοχή
limitant
παθητική μετοχή
limité
α΄ πληθυντικό παρατατικού
limitions
Παραδείγματα
Ce règlement limite l' accès à certaines zones.
Ο κανονισμός αυτός περιορίζει την πρόσβαση σε ορισμένες περιοχές.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store