Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
limiter
01
περιορίζω, περιορίζω
réduire ou fixer une limite à quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
limite
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
limitons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
limiterai
ενεστώτα μετοχή
limitant
παθητική μετοχή
limité
α΄ πληθυντικό παρατατικού
limitions
Παραδείγματα
Il faut limiter la vitesse sur cette route.
Πρέπει να περιορίσουμε την ταχύτητα σε αυτόν τον δρόμο.



























