libérer
libérer
libeʁe
libere
lisérer

Ορισμός και σημασία του "libérer"στα γαλλικά

libérer
01

αδειάζω, αφήνω

rendre un espace disponible en le quittant 
libérer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
libère
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
libérons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
libérerai
ενεστώτα μετοχή
libérant
παθητική μετοχή
libéré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
libérions
Παραδείγματα
Les clients doivent libérer leur chambre avant midi. 

Οι πελάτες πρέπει να απελευθερώσουν το δωμάτιό τους πριν το μεσημέρι.

02

απελευθερώνομαι, δραπετεύω

s'échapper physiquement ou émotionnellement 
libérer definition and meaning
Παραδείγματα
L'otage a réussi à se libérer. 

Ο όμηρος κατάφερε να απελευθερωθεί.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store