Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
licencier
01
απολύω, τερματίζω τη σύμβαση εργασίας
mettre fin au contrat de travail d'une personne
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
licencie
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
licencions
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
licencierai
ενεστώτα μετοχή
licenciant
παθητική μετοχή
licencié
α΄ πληθυντικό παρατατικού
licenciions
Παραδείγματα
Ils ont licencié un employé cette semaine.
Απέλυσαν έναν υπάλληλο αυτή την εβδομάδα.



























