licencier
licencier
lisɑ̃sje
lisaasye
licencié

Ορισμός και σημασία του "licencier"στα γαλλικά

licencier
01

απολύω, τερματίζω τη σύμβαση εργασίας

mettre fin au contrat de travail d'une personne 
licencier definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
licencie
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
licencions
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
licencierai
ενεστώτα μετοχή
licenciant
παθητική μετοχή
licencié
α΄ πληθυντικό παρατατικού
licenciions
Παραδείγματα
L'entreprise a décidé de licencier plusieurs employés. 

Η εταιρεία αποφάσισε να απολύσει αρκετούς υπαλλήλους.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store