libre
libre
lɪbʁ
libr
livrelitrelibye

Ορισμός και σημασία του "libre"στα γαλλικά

01

ελεύθερος, ελεύθερος (διαθέσιμος)

qui n'est pas soumis à une contrainte, qui peut agir ou décider selon sa volonté 
libre definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus libre
συγκριτικός βαθμός
plus libre
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
libre
αρσενικό πληθυντικό
libres
θηλυκό ενικό
libre
θηλυκό πληθυντικό
libres
Παραδείγματα
Chacun est libre de choisir sa propre voie. 

Κάθε άτομο είναι ελεύθερο να επιλέξει το δικό του μονοπάτι.

02

διαθέσιμος, ελεύθερος

disponible, sans obligation ou contrainte immédiate 
libre definition and meaning
Παραδείγματα
Je suis libre cet après-midi pour te rencontrer. 

Είμαι ελεύθερος αυτό το απόγευμα για να σε συναντήσω.

03

ιδιωτικός, αποκλειστικός

réservé à quelqu'un, non accessible au public 
libre definition and meaning
Παραδείγματα
Cette plage est libre aux membres du club seulement. 

Αυτή η παραλία είναι ελεύθερη μόνο για τα μέλη του συλλόγου.

04

άνετος, χαλαρός

se sentir à l'aise ou détendu avec quelqu'un 
Παραδείγματα
Je suis libre avec mes amis et je peux tout leur dire. 

Είμαι ελεύθερος με τους φίλους μου και μπορώ να τους πω τα πάντα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store