languissant
languissant
lɑ̃gisɑ̃
laagisaa

Ορισμός και σημασία του "languissant"στα γαλλικά

languissant
01

αδύναμος, αδρανής

qui manque de force ou d'énergie 
languissant definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus languissant
συγκριτικός βαθμός
plus languissant
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
languissant
αρσενικό πληθυντικό
languissants
θηλυκό ενικό
languissante
θηλυκό πληθυντικό
languissantes
θεματικό πεδίο
santé, état, énergie
Παραδείγματα
Après la maladie, il était très languissant. 

Μετά την ασθένεια, ήταν πολύ αδύναμος.

02

λαχταριστός, μελαγχολικός

qui exprime de la mélancolie, de la tristesse ou du désir 
Παραδείγματα
Elle avait un regard languissant vers la mer. 

Είχε ένα θλιμμένο βλέμμα προς τη θάλασσα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store