Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
languissant
01
αδύναμος, αδρανής
qui manque de force ou d'énergie
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus languissant
συγκριτικός βαθμός
plus languissant
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
languissant
αρσενικό πληθυντικό
languissants
θηλυκό ενικό
languissante
θηλυκό πληθυντικό
languissantes
Παραδείγματα
Les chevaux étaient languissants sous le soleil brûlant.
Τα άλογα ήταν νωχελικά κάτω από τον καυτό ήλιο.
02
λαχταριστός, μελαγχολικός
qui exprime de la mélancolie, de la tristesse ou du désir
Παραδείγματα
Son attitude languissante montrait qu' il pensait à elle.
Η νωχελής συμπεριφορά του έδειχνε ότι σκεφτόταν αυτήν.



























