Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
laid
01
άσχημος, δυσάρεστος στο βλέμμα
qui est désagréable à voir, pas beau
Παραδείγματα
La situation devient laide.
Η κατάσταση γίνεται άσχημη.
02
δυσάρεστος, ακατάλληλος
qui est désagréable, choquant ou inapproprié
Παραδείγματα
Le mensonge est une chose laide.
Το ψέμα είναι ένα άσχημο πράγμα.
Le laid
[gender: masculine]
01
ασχήμια, αμορφία
ce qui est désagréable ou repoussant à voir
Παραδείγματα
Le laid et le beau coexistent partout.
Το άσχημο και το όμορφο συνυπάρχουν παντού.



























