Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
irriter
01
ενοχλώ, εκνευρίζω
provoquer de la colère ou de l'agacement chez quelqu'un
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
irrite
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
irritons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
irriterai
ενεστώτα μετοχή
irritant
παθητική μετοχή
irrité
α΄ πληθυντικό παρατατικού
irritions
Παραδείγματα
Son comportement irrite beaucoup ses collègues.
Η συμπεριφορά του ενοχλεί πολύ τους συναδέλφους του.
02
ενοχλούμαι, θυμώνω
devenir en colère ou agacé
Παραδείγματα
Il s'irrite facilement quand on le critique.
Εύκολα εξοργίζεται όταν τον επικρίνουν.
03
ερεθίζω, ενοχλώ
provoquer une sensation désagréable, souvent de brûlure ou d'inconfort
Παραδείγματα
Ce tissu rugueux irrite ma peau.
Αυτό το τραχύ ύφασμα ερεθίζει το δέρμα μου.
04
ερεθίζω, προκαλώ φλεγμονή
provoquer une inflammation ou une réaction dans une partie du corps
Παραδείγματα
La poussière peut irriter les voies respiratoires.
Η σκόνη μπορεί να ερεθίσει τις αναπνευστικές οδούς.



























