Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inventer
01
εφευρίσκω
créer quelque chose de nouveau qui n'existait pas auparavant
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
invente
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
inventons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
inventerai
παθητική μετοχή
inventé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
inventions
Παραδείγματα
Il a inventé une nouvelle machine pour nettoyer les océans.
Εφηύρε μια νέα μηχανή για τον καθαρισμό των ωκεανών.
02
εφευρίσκω, δημιουργώ
créer quelque chose de nouveau ou imaginer quelque chose qui n'existe pas
Παραδείγματα
Il invente des histoires fantastiques pour les enfants.
Εφευρίσκει φανταστικές ιστορίες για παιδιά.
03
επινοώ, δημιουργώ
créer ou imaginer quelque chose pour soi-même, souvent une identité, une histoire ou un rôle
Παραδείγματα
Elle s'invente souvent des aventures incroyables.
Συχνά επινοεί απίστευτες περιπέτειες για τον εαυτό της.



























