l'interruption
interruption
ɛ̃tɛʁʏpsjɔ̃
eterupsyaw
interception

Ορισμός και σημασία του "interruption"στα γαλλικά

L'interruption
01

διακοπή

arrêt temporaire de quelque chose qui était en cours,  avant une reprise possible 
l'interruption definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
interruptions
Παραδείγματα
Une courte interruption a eu lieu pendant le discours. 

Μια σύντομη διακοπή έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια της ομιλίας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

interruption
interrupt
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store