l'interpteur
in
ɛ̃
ε
terp
tɛʁp
τερπ
ʁe
ρε
teur
tœʁ
τœρ

Ορισμός και σημασία του "interpréteur"στα γαλλικά

L'interpréteur
01

διερμηνέας, προφορικός μεταφραστής

personne qui traduit oralement d'une langue à une autre 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
interprètes
αρσενικό ενικό
interprète
θηλυκό ενικό
interprète
Παραδείγματα
L'interprète traduit le discours du président en anglais. 

Ο διερμηνέας μεταφράζει την ομιλία του προέδρου στα αγγλικά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store