Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
instable
01
ασταθής, ανασφαλής
qui n'est pas solide ou sûr, peut basculer ou tomber facilement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus instable
συγκριτικός βαθμός
plus instable
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
instable
αρσενικό πληθυντικό
instables
θηλυκό ενικό
instable
θηλυκό πληθυντικό
instables
Παραδείγματα
La table est instable et risque de tomber.
Το τραπέζι είναι ασταθές και κινδυνεύει να πέσει.
02
ασταθής, ευμετάβλητος
qui change facilement d'humeur ou de comportement
Παραδείγματα
Il est instable émotionnellement ces jours-ci.
Είναι συναισθηματικά ασταθής αυτές τις μέρες.
03
ασταθής, ευμετάβλητος
qui change facilement, qui n'est pas constant ou régulier
Παραδείγματα
La situation politique est très instable dans ce pays.
Η πολιτική κατάσταση είναι πολύ ασταθής σε αυτή τη χώρα.
04
ασταθής, αμετάβλητος
qui est susceptible de se décomposer, de réagir ou de changer facilement, surtout pour une substance chimique ou matérielle
Παραδείγματα
Ce composé chimique est instable à haute température.
Αυτή η χημική ένωση είναι ασταθής σε υψηλή θερμοκρασία.
L'instable
01
ασταθής άνθρωπος, ευμετάβλητο άτομο
personne dont l'humeur ou le comportement change facilement et de manière imprévisible
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
instables
Παραδείγματα
Il est un instable et change d'avis tous les jours.
Είναι ένας ασταθής και αλλάζει γνώμη κάθε μέρα.
Λεξικό Δέντρο
instable
stable



























