Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
instable
01
ασταθής, ανασφαλής
qui n'est pas solide ou sûr, peut basculer ou tomber facilement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus instable
συγκριτικός βαθμός
plus instable
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
instable
αρσενικό πληθυντικό
instables
θηλυκό ενικό
instable
θηλυκό πληθυντικό
instables
Παραδείγματα
Le tabouret est instable et il faut le réparer.
Το σκαμπό είναι ασταθές και πρέπει να επιδιορθωθεί.
02
ασταθής, ευμετάβλητος
qui change facilement d'humeur ou de comportement
Παραδείγματα
Il se sent instable et désemparé face aux critiques.
Αισθάνεται ασταθής και αποσβολωμένος μπροστά στις κριτικές.
03
ασταθής, ευμετάβλητος
qui change facilement, qui n'est pas constant ou régulier
Παραδείγματα
La situation politique est instable depuis plusieurs semaines.
Η πολιτική κατάσταση είναι ασταθής εδώ και αρκετές εβδομάδες.
04
ασταθής, αμετάβλητος
qui est susceptible de se décomposer, de réagir ou de changer facilement, surtout pour une substance chimique ou matérielle
Παραδείγματα
Cet isotope est instable et se décompose rapidement.
Αυτό το ισότοπο είναι ασταθές και διασπάται γρήγορα.
L'instable
01
ασταθής άνθρωπος, ευμετάβλητο άτομο
personne dont l'humeur ou le comportement change facilement et de manière imprévisible
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
instables
Παραδείγματα
Un instable peut provoquer des tensions dans une équipe.
Ένα ασταθές άτομο μπορεί να προκαλέσει εντάσεις σε μια ομάδα.
Λεξικό Δέντρο
instable
stable



























