l'inspiration
inspiration
ɛ̃spiʁasjɔ̃
espirasyaw

Ορισμός και σημασία του "inspiration"στα γαλλικά

01

έμπνευση, κίνητρο

idée ou sentiment qui pousse quelqu'un à créer ou à agir 
l'inspiration definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Elle trouve son inspiration dans la nature. 

Βρίσκει την έμπνευσή της στη φύση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store