Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
insignifiant
01
ασήμαντος, αμελητέος
qui est très petit, minime ou négligeable
Παραδείγματα
La différence entre les deux résultats est insignifiante.
Η διαφορά μεταξύ των δύο αποτελεσμάτων είναι ασήμαντη.
02
ανώνυμος, χωρίς ταυτότητα
qui manque d'identité ou de caractéristiques marquantes
Παραδείγματα
Ce bâtiment est insignifiant dans le paysage urbain.
Αυτό το κτίριο είναι ασήμαντο στο αστικό τοπίο.
03
ασήμαντος, ασήμαντος
qui a peu ou pas d'importance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus insignifiant
συγκριτικός βαθμός
plus insignifiant
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
insignifiant
αρσενικό πληθυντικό
insignifiants
θηλυκό ενικό
insignifiante
θηλυκό πληθυντικό
insignifiantes
Παραδείγματα
Ce détail est insignifiant pour le résultat final.
Αυτή η λεπτομέρεια είναι ασήμαντη για το τελικό αποτέλεσμα.



























