Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
insensé
01
παράλογος, ασύνετος
qui manque de raison ou de logique, contraire au bon sens
Παραδείγματα
Les risques pris étaient totalement insensés.
Οι κίνδυνοι που αναλήφθηκαν ήταν εντελώς παράλογοι.
02
παράλογος, τρελός
qui manque de raison ou de jugement, fou
Παραδείγματα
Les risques qu' il prend sont insensés.
Οι κίνδυνοι που παίρνει είναι παράλογοι.
03
απίστευτος, εντυπωσιακός
qui est très important, impressionnant ou remarquable
Παραδείγματα
Les résultats obtenus sont insensés par rapport aux attentes.
Τα αποτελέσματα που προέκυψαν είναι απίστευτα σε σύγκριση με τις προσδοκίες.
04
άσκοπος, άσχετος
qui n'a pas de sens, inutile ou vain
Παραδείγματα
Cette tentative insensée n' a abouti à rien.
Αυτή η άσκοπη προσπάθεια δεν οδήγησε πουθενά.



























