l'indisposition

Ορισμός και σημασία του "indisposition"στα γαλλικά

L'indisposition
01

δυσφορία, δυσκαμψία

état de malaise ou de légère maladie qui gêne la personne sans être grave
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Les symptômes d' indisposition peuvent inclure fatigue et nausées.
Τα συμπτώματα της δυσφορίας μπορεί να περιλαμβάνουν κόπωση και ναυτία.
02

εμμηνορρυσική δυσφορία, καταπόνηση κατά την εμμηνόρροια

malaise ou gêne physique et émotionnelle liée aux règles menstruelles
Παραδείγματα
Des médicaments peuvent soulager l' indisposition.
Τα φάρμακα μπορούν να ανακουφίσουν την δυσφορία.

Λεξικό Δέντρο

indisposition
disposition
position
posit
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store