Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'indisposition
01
δυσφορία, δυσκαμψία
état de malaise ou de légère maladie qui gêne la personne sans être grave
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Il a appelé son patron à cause d'une indisposition soudaine.
Τηλεφώνησε στο αφεντικό του λόγω μιας ξαφνικής δυσφορίας.
02
εμμηνορρυσική δυσφορία, καταπόνηση κατά την εμμηνόρροια
malaise ou gêne physique et émotionnelle liée aux règles menstruelles
Παραδείγματα
Elle reste chez elle pendant son indisposition.
Μένει στο σπίτι της κατά τη διάρκεια της δυσφορίας της.
Λεξικό Δέντρο
indisposition
disposition
position
posit



























