indiscutable
indiscutable
ɛ̃diskytabl
ediskytabl

Ορισμός και σημασία του "indiscutable"στα γαλλικά

indiscutable
01

αδιαμφισβήτητος, αναντίρρητος

qui ne peut pas être remis en question ou contesté 
indiscutable definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus indiscutable
συγκριτικός βαθμός
plus indiscutable
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
indiscutable
αρσενικό πληθυντικό
indiscutables
θηλυκό ενικό
indiscutable
θηλυκό πληθυντικό
indiscutables
Παραδείγματα
C'est un fait indiscutable que l'eau bout à 100 degrés. 

Είναι ένα αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι το νερό βράζει στους 100 βαθμούς.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store