Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
indispensable
01
απαραίτητος, αναγκαίος
absolument nécessaire ou essentiel
Παραδείγματα
Un bon ordinateur est indispensable pour ce travail.
Ένας καλός υπολογιστής είναι απαραίτητος για αυτή τη δουλειά.



























