indispensable
indispensable
ɛ̃dispɑ̃sabl
edispaasabl

Ορισμός και σημασία του "indispensable"στα γαλλικά

indispensable
01

απαραίτητος, αναγκαίος

absolument nécessaire ou essentiel 
indispensable definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus indispensable
συγκριτικός βαθμός
plus indispensable
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
indispensable
αρσενικό πληθυντικό
indispensables
θηλυκό ενικό
indispensable
θηλυκό πληθυντικό
indispensables
θεματικό πεδίο
nécessité, importance, obligation
Παραδείγματα
Il est indispensable de respecter les consignes de sécurité. 

Είναι απαραίτητο να τηρούνται οι οδηγίες ασφαλείας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

indispensable
dispensable
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store