Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
indispensable
01
απαραίτητος, αναγκαίος
absolument nécessaire ou essentiel
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus indispensable
συγκριτικός βαθμός
plus indispensable
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
indispensable
αρσενικό πληθυντικό
indispensables
θηλυκό ενικό
indispensable
θηλυκό πληθυντικό
indispensables
θεματικό πεδίο
nécessité, importance, obligation
Παραδείγματα
Il est indispensable de respecter les consignes de sécurité.
Είναι απαραίτητο να τηρούνται οι οδηγίες ασφαλείας.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
indispensable
dispensable



























