indispensable
Pronunciation
/ɛ̃dispɑ̃sabl/

Ορισμός και σημασία του "indispensable"στα γαλλικά

indispensable
01

απαραίτητος, αναγκαίος

absolument nécessaire ou essentiel
indispensable definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus indispensable
συγκριτικός βαθμός
plus indispensable
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
indispensable
αρσενικό πληθυντικό
indispensables
θηλυκό ενικό
indispensable
θηλυκό πληθυντικό
indispensables
Παραδείγματα
Un bon ordinateur est indispensable pour ce travail.
Ένας καλός υπολογιστής είναι απαραίτητος για αυτή τη δουλειά.

Λεξικό Δέντρο

indispensable
dispensable
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store