Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
indiquer
01
δηλώνω
faire connaître quelque chose par écrit ou oralement, souvent dans un formulaire ou un document
Παραδείγματα
Le rapport indique que les ventes ont augmenté de dix pourcent.
Η έκθεση αναφέρει ότι οι πωλήσεις αυξήθηκαν κατά δέκα τοις εκατό.
02
υποδεικνύω, δείχνω
montrer ou signaler un lieu, une direction ou un itinéraire
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
indique
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
indiquons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
indiquerai
ενεστώτα μετοχή
indiquant
παθητική μετοχή
indiqué
α΄ πληθυντικό παρατατικού
indiquions
Παραδείγματα
Un passant nous a indiqué l' entrée du musée.
Ένας περαστικός μας υπέδειξε την είσοδο του μουσείου.



























