Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
indiscutable
01
αδιαμφισβήτητος, αναντίρρητος
qui ne peut pas être remis en question ou contesté
Παραδείγματα
C' est une vérité indiscutable que le soleil se lève à l' est.
Είναι μια αδιαμφισβήτητη αλήθεια ότι ο ήλιος ανατέλλει στην ανατολή.



























