Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
indiscutable
01
αδιαμφισβήτητος, αναντίρρητος
qui ne peut pas être remis en question ou contesté
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus indiscutable
συγκριτικός βαθμός
plus indiscutable
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
indiscutable
αρσενικό πληθυντικό
indiscutables
θηλυκό ενικό
indiscutable
θηλυκό πληθυντικό
indiscutables
Παραδείγματα
C' est une vérité indiscutable que le soleil se lève à l' est.
Είναι μια αδιαμφισβήτητη αλήθεια ότι ο ήλιος ανατέλλει στην ανατολή.



























