indubitable
in
ɛ̃
ε
du
dy
ντυ
bi
bi
μπι
table
tabl
ταμπλ
inhabitable

Ορισμός και σημασία του "indubitable"στα γαλλικά

indubitable
01

αναμφίβολος, αδιαμφισβήτητος

qui ne peut être mis en doute, certain et évident 
indubitable definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
indubitable
αρσενικό πληθυντικό
indubitables
θηλυκό ενικό
indubitable
θηλυκό πληθυντικό
indubitables
θεματικό πεδίο
certitude, preuve, évidence
Παραδείγματα
C'est une preuve indubitable de son innocence. 

Αυτή είναι μια αναμφισβήτητη απόδειξη της αθωότητάς του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

indubitable
dubitable
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store