indubitable
Pronunciation
/ɛ̃dybitˈabl/

Ορισμός και σημασία του "indubitable"στα γαλλικά

indubitable
01

αναμφίβολος, αδιαμφισβήτητος

qui ne peut être mis en doute, certain et évident
indubitable definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
indubitable
αρσενικό πληθυντικό
indubitables
θηλυκό ενικό
indubitable
θηλυκό πληθυντικό
indubitables
Παραδείγματα
Son courage était indubitable pendant la crise.
Το θάρρος του ήταν αναμφισβήτητο κατά τη διάρκεια της κρίσης.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store