Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
indubitable
01
αναμφίβολος, αδιαμφισβήτητος
qui ne peut être mis en doute, certain et évident
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
indubitable
αρσενικό πληθυντικό
indubitables
θηλυκό ενικό
indubitable
θηλυκό πληθυντικό
indubitables
Παραδείγματα
Son courage était indubitable pendant la crise.
Το θάρρος του ήταν αναμφισβήτητο κατά τη διάρκεια της κρίσης.
Λεξικό Δέντρο
indubitable
dubitable



























