Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'impact
01
επίδραση, αντίκτυπος
effet ou influence qu'une chose a sur une autre
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
impacts
Παραδείγματα
L'impact de la pollution est important.
Ο αντίκτυπος της ρύπανσης είναι σημαντικός.



























