Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'impact
[gender: masculine]
01
επίδραση, αντίκτυπος
effet ou influence qu'une chose a sur une autre
Παραδείγματα
Le changement climatique a un impact sur la nature.
Η κλιματική αλλαγή έχει επίδραση στη φύση.



























