l'impact
Pronunciation
/ɛ̃pakt/

Ορισμός και σημασία του "impact"στα γαλλικά

01

επίδραση, αντίκτυπος

effet ou influence qu'une chose a sur une autre
l'impact definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
impacts
Παραδείγματα
Le changement climatique a un impact sur la nature.
Η κλιματική αλλαγή έχει επίδραση στη φύση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store