Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
immuable
01
αμετάβλητος, σταθερός
qui ne change pas, qui reste constant au fil du temps
Παραδείγματα
Son caractère est immuable malgré les épreuves.
Ο χαρακτήρας του είναι αμετάβλητος, παρά τις δοκιμασίες.



























